Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Από την εισαγωγή του Jacques Lacarriere «Το Ελληνικό Καλοκαίρι»

πηγή: www.tvxs.gr

Το ελληνικό καλοκαίρι


«Έκανα το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα στα 1947 και το τελευταίο το φθινόπωρο του 1966. Η τελευταία εικόνα μου: ένα νησί του Αιγαίου, άδεντρο, μ' ένα μοναδικό χωριό· τοπίο απογυμνωμένο με τη μιζέρια και την ομορφιά συναρμοσμένες σαν δυό πλαγιές του ίδιου λόφου. Μιζέρια και ομορφιά. Σύζευξη των αντιθέτων, όπως η φράση του Ηράκλειτου που τα κυκλαδίτικα τοπία δεν παύουν να τη συλλαβίζουν μέσα στο φως τους: "Αρμονίη κόσμου παλίντροπος". Αν η εικόνα αυτού του χαμένου νησιού παραμένει μέσα μου τόσο έντονη, είναι ίσως επειδή στάθηκε η τελευταία. Ωστόσο, κοιτώντας απ' την απόσταση του χρόνου, συνειδητοποιώ μέχρι ποιού σημείου μπλέκονται μέσα στη μνήμη μου οι αναμνήσεις σαν σε παιχνίδι αινιγματικό. Γιατί τάχα ορισμένες τους, τόσο ανώνυμες φαινομενικά, παραμένουν επίμονες λες κι ήθελαν να υπογραμμίσουν ένα μήνυμα που το νόημά του δεν καταφέρνω ακόμα να συλλάβω; [...]

Σε αντίθεση προς τους μύθους, η ελληνική ιστορία, λογοτεχνία και φιλοσοφία δε μου πρόσφεραν παρά μια σειρά από απατηλές εικόνες, συμβατικές αλλά απίστευτα έμμονες αφού, για πολλούς, εξακολουθούν να σημαίνουν Ελλάδα. Ήσαν εικόνες μιας χώρας από ερείπια, κολώνες, σωριασμένες προσόψεις και τάφους ξεκοιλιασμένους πάνω στη χλόη των δασών. Ανθρώπινα όντα κοσμούσαν συχνά αυτά τα ερείπια, αλλά είχαν την ακινησία του μαρμάρου· ντυμένα με άσπρους χιτώνες, κοίταζαν τη θάλασσα ή τον ουρανό, σε στάσεις ιερατικές, λες κι ο χρόνος, η ιστορία, η διάρκεια στην Ελλάδα να υπήρξαν απλώς μια μακρόχρονη ακινητοποιημένη ενατένιση. [...]

Ακριβώς, λοιπόν, η ουσία των όσων έμαθα στο πρώτο μου ταξίδι είναι πως η Ελλάδα εξακολουθούσε να υπάρχει. Υπήρχαν πράγματι εδώ κι εκεί ερείπια (δύσκολο και συχνά αδύνατο να τα προσεγγίσεις) αλλά κυρίως υπήρχε και ένα τόπος που λεγόταν ακόμη Ελλάδα και κατοικούνταν από Έλληνες. Κι αυτοί μάλιστα οι Έλληνες, το 1947, ήσαν παγιδευμένοι μέσα στον πολιτικό στρόβιλο, στην καρδιά του εμφυλίου πολέμου. Στην Αθήνα δεν πολυμύριζε πόλεμο -είχε πια επιβληθεί μια ειρήνη- αλλά έφτανε να φύγεις απ' την πόλη, κυρίως προς τις βόρειες περιοχές, για να δεις παντού την παρουσία του. [...]»


(Από την εισαγωγή του Jacques Lacarriere «Το Ελληνικό Καλοκαίρι»)
Για τον Jacques Lacarriere

Ο συγγραφέας και ελληνιστής Jacques Lacarriere (1925-2005) / Prix Litteraire Fondation Prince Pierre de Monaco 1995, γεννήθηκε στη Λιμόζ της Γαλλίας στις 2 Φεβρουαρίου 1925. Σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Παρίσι. Το 1950 ξεκίνησε με τα πόδια με προορισμό την Ινδία, αλλά τελικά προτίμησε την Ελλάδα και την Εγγύς Ανατολή, όπου έζησε πολλά χρόνια, κυρίως στην Ύδρα και στην Πάτμο, μέχρι το 1966. Επιστρέφοντας στη Γαλλία, μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, εγκαθίσταται στη Βουργουνδία, στο σπίτι του θείου του, ξυλουργού, όπου μένει για πάντα. Υπήρξε λάτρης της αρχαίας και -κυρίως- της σύγχρονης Ελλάδας. Με το πάθος που τον χαρακτήριζε, κατάφερε να αναδείξει στο εξωτερικό το σύγχρονο πρόσωπο της χώρας και να το συνδέσει με την ιστορία της. Εξέδωσε μυθιστορήματα, ποιήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, βιβλία τέχνης, κ.ά., και ένα από τα καλύτερα βιβλία που γράφτηκαν για την Ελλάδα στο εξωτερικό, "Το ελληνικό καλοκαίρι" (1976) που του επιφύλαξε τεράστια επιτυχία και αναγνώριση. Το 1991, απέσπασε το Grand prix de litterature της Γαλλικής Ακαδημίας για το σύνολο του έργου του.

Μετέφρασε στα γαλλικά Έλληνες συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους οι Πρεβελάκης, Αλεξάνδρου, Τσίρκας, Ταχτσής, Βασιλικός, Πλασκοβίτης, Φραγκιάς, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Πατρίκιος, Λαμπαδαρίδου-Πόθου. Στα ελληνικά εκδόθηκαν τα έργα του: "Οι γνωστικοί", Χατζηνικολή, 1976, "Οι ένθεοι", Χατζηνικολή, 1977, "Το ελληνικό καλοκαίρι", Χατζηνικολή, 1980, "Ο Ηνίοχος" (μετ.: Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου) 'Ικαρος, 1982, "Μαρία η Αιγυπτία", Χατζηνικολή, 1984, "Αυτό το ωραίο σήμερα", Χατζηνικολή, 1991, "Συγγραφική πορεία ενός φιλέλληνα", Χατζηνικολή, 1992, "Με τα φτερά του Ίκαρου", Χατζηνικολή, 1995, "Τα παιδικά χρόνια του Ίκαρου και άλλα ποιήματα" (μετ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ), Πατάκη, 1997, "Η σκόνη του κόσμου", Χατζηνικολή, 1999, "Ερωτικό λεξικό της Ελλάδας", Χατζηνικολή, 2002, "Αφρόδυτοι έρωτες" (μετ.: Δημήτρης Κρανιώτης), Μίμνερμος, 2002, "Λευκωσία: Η νεκρή ζώνη", Ολκός, 2003.
Πέθανε απροσδόκητα στις 17 Σεπτεμβρίου 2005, λόγω επιπλοκών ύστερα από μια απλή χειρουργική επέμβαση στο γόνατο, σε ηλικία 79 ετών. Η σορός του αποτεφρώθηκε και η στάχτη σκορπίστηκε στη θάλασσα στ' ανοιχτά των Σπετσών, στις 3 Νοεμβρίου, σύμφωνα με την τελεταία του επιθυμία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...