
Η σκηνογραφία της Παράστασης από τον δάσκαλο Εικαστικών, Αλέξανδρο Αποστολίδη
πηγή: 2ο Δ.Σ Αγίας Βαρβάρας


Την περασμένη Παρασκευή παρακολούθησα την εξαιρετική "Χίμαιρα" του Καραγάτση, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου στο θέατρο Πορεία. Συμφωνώ απόλυτα με την κριτική του Νεκτάριου Κωνσταντινίδη
Είναι αξιοσημείωτο ότι η σύλληψη της δράσης, το τραγικό, δομείται με βάση τις αρχές ή επί τέλους το πρότυπο του αρχαίου θεάτρου για το οποίο, άλλωστε, γίνονται ευάριθμες μνείες από τα πρόσωπα στον διάλογο. Έτσι το διακείμενο της τραγωδίας κατισχύει στα κομβικά σημεία. Η Γαλλίδα ηρωίδα, η Μαρίνα, θαυμάζει την τόλμη της Μήδειας και υποδορίως οδηγείται στην μίμησή της: «φονεύει» το κοριτσάκι της, αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα στην εισβολή του κρύου που βρίσκει κάθιδρη την Αννούλα μετά την επιστροφή της από μια παιδική γιορτή.
Ακόμη ηχεί μέσα μου αυτό το υπέροχο κομμάτι από την χθεσινή παράσταση "Φάουστ" του Μαρμαρινού στη Στέγη. Σκαλίζοντας τα βινύλια του πατέρα μου το ανακάλυψα και το μοιράζομαι μαζί σας! 





















Πίνα Μπάους γεννήθηκε στο Ζόλινγκεν της Γερμανίας το 1940 σε μια από τις πιο ταραγμένες στιγμές αυτής της Ηπείρου. Μεγάλωσε τριγυρνώνας ανάμεσα στους πάγκους και τα τραπέζια της ταβέρνας του πατέρα της (μια ανάμνηση που υπήρξε η απαρχή για το έργο της «Καφέ Μύλλερ»). Ξεκίνησε σπουδές μπαλέτου στα 15 της, στη Σχολή Φόλκβανγκ του Έσεν, ως μαθήτρια του Κουρτ Γιόος, πρωτεργάτη του γερμανικού εξπρεσιονισμού.
Στα δεκαεννέα εξασφαλίζει υποτροφία, στη Σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης. Δάσκαλοί της θα είναι ο σπουδαίος χορογράφος της αμερικανικής πρωτοπορίας, Πολ Τέιλορ αλλά και ο Χοσέ Λιμόν. "Ηταν πάρα πολύ δειλή και ντροπαλή. Εκλαιγε συνεχώς", θυμούνται οι συμμαθητές της.
Η πρόκληση για κάποιους είναι αφόρητη. Πού ακούστηκε οι χορευτές να χειρονομούν, να αφηγούνται τα παιδικά τους όνειρα και τις ανησυχίες τους, να καπνίζουν; Ποιος τους είχε πει ότι μπορούν να δακρύζουν και να γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τους κανόνες του μπαλέτου;![]() |
| Dance, dance or we are lost |
Αλαιν Πλατέλ (καλλιτεχνικός διευθυντής και ιδρυτής των C de la B.): "Κατά πάσα πιθανότητα δεν είμαι ο μόνος που ήταν τόσο ερωτευμένος μαζί της. Το έργο της ήταν ένα έναυσμα για όλους εμάς, στις αρχές της δεκαετίας του '80 και άνοιξε πολλές πόρτες. Ηταν η πρώτη χορογράφος που έκανε ερωτήσεις στους χορευτές της και από τις απαντήσεις τους έκανε παραστάσεις. Τους ρωτούσε ακόμα και εντελώς παράλογα πράγματα όπως το "τι έφαγες τα Χριστούγεννα;" μέχρι το "πως αισθάνεσαι για την αγάπη;". Ηταν μια μέθοδος επαναστατική που πολλοί από εμάς τη χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα. Αναμφισβήτητα, το αριστούργημά της είναι το Καφέ Μύλλερ".
Λόιντ Νιούσον (καλλιτεχνικός διευθυντής των DV8): "Οταν η Πίνα Μπάους πρωτόρθε στο Λονδίνο, το1982, πολλοί απέρριπταν το έργο της ως "μη χορό", χωρίς δομή, ακόμα και μαλθακό. Η Πίνα Μπάους δεν υπήρξε ποτέ το άτομο που θα συμβιβαζόταν με τα "αιτήματα" του κοινού και των κριτικών προκειμένου να αλλάξει τη δουλειά της. Το όφελος αυτής της ιστορίας, είναι ότι για κάθε άτομο που έφευγε από την παράστασή της, υπήρχαν 20 που περίμεναν να καθίσουν στο κάθισμά του. Η Πίνα Μπάους αντιλήφθηκε πρώτη από όλους ότι ο χορός και η γραμμική αφήγηση δεν ήταν πάντα τα καλύτερα οχήματα για να ανοίξει μια συζήτηση για την ανθρώπινη κατάσταση. Το μεγαλείο της ήταν ότι μπορούσε να σε ματαιώσει, να σε ενοχλήσει, να σε ενθουσιάσει, να σε κάνει να νοιώσεις. Είναι σπάνιο, στο χορό, να υπάρξουν άνθρωποι με όραμα και θάρρος. Ηταν αληθινά ιδιοφυής. Η κληρονομιά της είναι μνημειώδης".