Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Ιωάννης Κονδυλάκης, «Όταν ήμουν δάσκαλος» (απόσπασμα)

 
Τότε η προς το κυνήγι αγάπη μου έφθασεν εις αληθή μανίαν. Ενώ εδίδασκα, οι δύο μου σκύλοι εκάθηντο εκατέρωθεν της έδρας, ως σφίγγες, και το δίκανον ήτο αναρτημένον εις τον τοίχον δίπλα μου, δια να το έχω πρόχειρον. Διότι με κατελάμβαναν αιφνίδιοι κυνηγετικοί παροξυσμοί, όταν ήκουα ψιθύρισμα τσίχλας λ.χ. ή λάλημα μελισσουργών΄ και αρπάζων το δίκανον έτρεχα έξω, αφήνων τους μαθητάς ν? αλληλοδιδάσκονται ή ν? αλληλοδέρνονται, κατά την νέαν μέθοδον πάντοτε. Το μάθημα διήρκη όσον το δυνατόν ολιγότερον. Ούτε βροχή, ούτε καύσων με ημπόδιζεν. Έτρεχα ως μαινόμενος εις τους κάμπους και τα βουνά, πυροβολών κατά παντός πτερωτού , μεγάλου ή μικρού, φαγωσίμου ή μη, κατά των κοράκων, όπως και κατά των μπεκατσών, κατά των γυπών, όπως και κατά των σπουργιτών. Και τόση ήτο η μανία μου, ώστε, επιστρέφων μετά την δύσιν του ηλίου, επυροβόλουν κατά των νυκτερίδων και των γλαυκών. Με κατέλαβε δε και μία περιέργεια να φάγω εξ όλων των θεωρούμενων μη φαγωσίμων πτηνών. Αλλά και οι χωρικοί των μερών εκείνων είχαν γίνει κατά τας επαναστάσεις παμφάγοι και ουδόλως τους εξέπληττεν η περιέργειά μου. Εσπέραν τινά καθ? ην έτρωγα εις το καφενείον γλαύκα ψητήν με κάποιαν πρόθεσιν επιδείξεως, οι παρακαθήμενοι χωρικοί μου είπαν:
-Εμείς τρώμε και νυκτοκοράκους και γιούπιδες, δάσκαλε.
- Νυχτερίδες τρώτε;
- Σαν τύχουνε, απήντησε μειδιών ο καφεπώλης.
- Τότε τι δεν τρώτε, μωρέ; Ηρώτησα με πείσμα.
- Ό,τι δεν έχομε.
Απέναντι του παραθύρου μου υψούντο από τον κήπο της Φωτεινής μία μεγάλη συκαμινέα και διάφορα άλλα δέντρα. Ενίοτε δε όταν ενεφανίζετο επ? αυτών τσίχλα ή άλλο πτηνόν, δεν ελάμβανα τον κόπον να εξέλθω΄ αλλά διακόπτων το μάθημα, έλεγα «μια στιγμή!» προς τους μαθητάς, ήρπαζα το δίκανον κι επυροβόλουν απ? αυτής της έδρας ή από το παράθυρον. Αι παρενθέσεις αυταί ήσαν πολύ διασκεδαστικαί δια τους μαθητάς, οίτινες ημίλλωντο ποίος να πρωτοτρέξη να φέρη το θήραμα, ούτως ώστε πολλάκις εξήρχοντο όλοι με αλαλαγμόν, παρακολουθούντων των σκύλων. Τούτο όμως βαθμηδόν τους απεθράσυνεν, ώστε ήρχισαν περί τα τέλη του σχολικού έτους να καταχρώνται ολίγον την αδυναμίαν μου. Δια να μείνουν μόνοι, ανεφώνουν αίφνης:
-Δάσκαλε, δάσκαλε, ένα πουλί, ένα μεγάλο πουλί!
-Πού;
-Επέρασε, πάει προς τα κάτω!
Ο διδάσκαλος δεν ήθελε περισσότερον δια να ορμήση έξω. Και έστιν ότε, αντί να λείψει επί μίαν στιγμήν, ως έλεγεν, απουσίαζεν επί ώραν όλην ή και ώρας. Την δε φροντίδα των μαθημάτων άφηνα εις την «νέαν μέθοδον» , ήτις ηδύνατο να ονομασθή και ελευθέρα αλληλοδιδακτική ή αυτοδιδακτική μέθοδος.
Με τον βίον τούτον είχα καταντήσει ως αγριάνθρωπος, ζων εκ της θήρας. Το πρόσωπόν μου είχε μαυρίσει και η κόμη μου έφθανε σχεδόν μέχρι των ώμων μου. Κουρεύς άλλως δεν υπήρχεν εις το χωρίον, πλην εκείνων οίτινες εκούρευαν τα πρόβατα.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...