Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Χρήστος Μπουλώτης:Το δάσος που ταξίδευε

                                   Το δάσος που ταξίδευε
Ήταν ένα δάσος με έλατα που είχε πια βαρεθεί να είναι δάσος. Για την ακρίβεια, είχε αρχίσει να βαριέται από τότε που οι νεράιδες μάζευαν τα μαγικά ραβδιά τους, τους σάκους με τη μαγική χρυσόσκονη και, τέλος πάντων, όλα τα μαγικά τους σύνεργα, κι έφευγαν μια μια γι’ αλλού, έτσι, χωρίς λόγο κι αφορμή. Και τα πουλιά όλο και πιο σπάνια φτεροκοπούσαν στα κλαριά του, ώσπου σταμάτησαν ολότελα να έρχονται. Όσο για τους ανθρώπους, αυτοί ούτε καν υποψιάζονταν ίσως πως υπήρχε. Τόσο απόμακρα είχε φυτρώσει το δάσος με τα έλατα.
    Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, και τα έλατα βαρυγκωμούσαν για την άχαρη τύχη που τους έλαχε τρίζοντας παράξενα τα κλαριά τους. Α, να μπορούσαν, λέει, να ταξίδευαν, να έβλεπαν πολιτείες, κόσμο! Ούτε ένα παιδί δεν είχαν δει ποτέ τους, ούτε μια καμινάδα να καπνίζει, ούτε ένα κοχύλι μικρούλι τόσο δα. Επειδή όμως το ήξεραν πως τα δέντρα μένουν ακίνητα, όλο και πιο πολύ φούντωνε η επιθυμία τους για ταξίδια μακρινά. Είχαν ακουστά για κείνα τα έλατα στα γιορτινά σαλόνια, με τα κλαριά τους φορτωμένα λαμπιόνια και παιχνίδια, μα δεν τα ζήλευαν και πολύ, γιατί σαν τέλειωναν οι γιορτές ξεραίνονταν πεταμένα στον δρόμο. Όχι, καθόλου δεν τα ζήλευαν…
«Να ξεκινήσει το έλκηθρο!»
    Μια από κείνες τις νύχτες ήχησαν γλυκά κοντά στο δάσος με τα έλατα τρία καμπανάκια, ντρίγκι, ντριν, ντραν. Ήταν το χρυσό το καμπανάκι, το ασημένιο και το χάλκινο στο έλκηθρο του Αϊ-Βασίλη. Πήγαινε από Κίνα στην Ευρώπη για να μαζέψει ο Αϊ-Βασίλης τα πρωτοχρονιάτικα δώρα. Σταμάτησε να ξαποστάσει λίγο, και το λίγο έγινε πιο πολύ γιατί, καθώς άκουσε τα παραπονιάρικα τριξίματα, πήρε την απόφαση να κάνει κάτι και για τα έλατα που είχαν φυτρώσει τόσο απόμακρα. Και του ήρθε μια φαεινή ιδέα! Από καιρό σκόπευε να αλλάξει το κόκκινο παλτό του με την άσπρη γούνα. Δεν ήταν μόνο που το είχε βαρεθεί, το ίδιο χρόνια και χρόνια, αλλά, να, είχε αρχίσει να παλιώνει κιόλας, κι εκεί στον γιακά και στα μανίκια είχε μετρήσει ο Αϊ-Βασίλης πέντ’ έξι τρύπες. Σκέφτηκε, λοιπόν, πως, αν μίκραιναν τα έλατα και κόλλαγαν στο καινούριο του παλτό, κι αυτός θα φόραγε, επιτέλους, κάτι πιο πρωτότυπο κι εκείνα τις γιορτινές μέρες θα ταξίδευαν μαζί του σ’ ολόκληρη τη γη, απ’ άκρη σ’ άκρη.
 
    Κι έτσι έγινε. Μίκρυναν τα έλατα, μίκρυναν κι άλλο, κι άλλο, κι ήρθαν και κόλλησαν στο καινούριο παλτό του Αϊ-Βασίλη. «Να ξεκινήσει το έλκηθρο!» πρόσταξε εκείνος.
   
Σε μια και μόνη μέρα ταξίδεψαν τα έλατα σε τριακόσιες δυο πολιτείες, σ’ έξι χιλιάδες πεντακόσια δώδεκα χωριά, συνάντησαν αμέτρητα παιδιά κι άκουσαν τα κάλαντα σ’ εκατό διαφορετικές γλώσσες. Την άλλη μέρα είδαν κι άκουσαν ακόμη πιο πολλά. Έτσι κυλούσαν οι μέρες, με το έλκηθρο μια να πετάει πάνω από θάλασσες, και μια να τρέχει σε χιονισμένες πεδιάδες και βουνά. Περνώντας το έλκηθρο από ένα χωριό στην έρημο Σαχάρα, είπε το πιο γέρικο απ’ τα έλατα: «Εγώ θα μείνω εδώ, μου φτάνουν όσα είδα κι άκουσα». Γλίστρησε απ’ το παλτό του Αϊ-Βασίλη και διάλεξε να ριζώσει καταμεσής σε μια κατάξερη πλατειούλα. Κι επειδή οι πιο πολλοί δεν είχαν δει ποτέ τους δέντρο, το γέρικο έλατο πέρασε ζωή χαρισάμενη.
 
Χρήστος Μπουλώτης, Επτά ιστοριούλες γιορτινές και παράξενες, επτά, εκδ. Πατάκη, AΘήνα, 1998

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...